Η Νέα Πολυπλοκότητα στη σύγχρονη πιανιστική γραφή: τεχνικές, σημειογραφία και εκφραστικά όρια στα έργα των Brian Ferneyhough και Michael Finnissy
Abstract
The New Complexity in Contemporary Pianistic Writing: Techniques, Notation, and Expressive Limits in the Works of Brian Ferneyhough and Michael Finnissy
Full text
1 @ Spiros Deligiannopoulos – Department of Music Studies – Ionian University Η Νέα Πολυπλοκότητα στη σύγχρονη πιανιστική γραφή: τεχνικές, σημειογραφία και εκφραστικά όρια στα έργα των Βrian Ferneyhough και Michael Finnissy Σπύρος Δεληγιαννόπουλος 1.Εισαγωγή 1.1 Ιστορική αναδρομή, ετυμολογία και τυπολογία της Νέας Πολυπλοκότητας. Ο όρος «Νέα Πολυπλοκότητα» [New Complexity] εμφανίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1980 για να περιγράψει τη μουσική του Brian Ferneyhough και άλλων συνθετών που επανέφεραν και προώθησαν την πολυπλοκότητα της πρώιμης μεταπολεμικής πρωτοπορίας, αντιδρώντας σε μια γενικότερη τάση απλοποίησης. Η μουσική αυτή εδραιώθηκε ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, υπό την επίδραση του Milton Babbitt, στη Βρετανία μέσω του έργου των Ferneyhough και Michael Finnissy, και στη Γερμανία μέσα από τη συνεχιζόμενη επίδραση του Darmstadt και της γερμανικής μουσικής παράδοσης. Η χρήση του όρου αποδίδεται κυρίως στο άρθρο του Richard Toop Four Facets of “The New Complexity” (1988), αν και τόσο ο ίδιος όσο και μεταγενέστεροι σχολιαστές έχουν επισημάνει τον συμπτωματικό και εν πολλοίς δημοσιογραφικό χαρακτήρα της ονοματοδοσίας.1 Σταδιακά, η «New Complexity» ταυτίστηκε στη δημόσια κριτική με την έντονη σημειογραφική πυκνότητα και τη λεγόμενη «μαυρίλα» της παρτιτούρας, οδηγώντας σε μια απλουστευτική πρόσληψη που συγχέει την πολυπλοκότητα με την υπερβατική και πολυεπίπεδη δεξιοτεχνία και αποδίδει στη μουσική αυτή έναν ελιτίστικο ή ανεκτελεστό χαρακτήρα.2 Ωστόσο, από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, η βρετανική συνθετική σκηνή αναδείχθηκε ως η 1 Toop, Richard. “Four Facets of ‘The New Complexity.’” Contact: A Journal of Contemporary Music, no. 32, Spring 1988, 4 - 20. 2 Duncan, Stuart Paul. “Re-Complexifying the Function(s) of Notation in the Music of Brian Ferneyhough and the ‘New Complexity.’” Perspectives of New Music, vol. 48, no. 1, Winter 2010, 136 - 172.
2 @ Spiros Deligiannopoulos – Department of Music Studies – Ionian University πλέον εμφανής. Η κυριαρχία αυτή οφείλεται τόσο στη διδακτική δραστηριότητα όσο και στην ευρύτερη επιρροή και διάδοση της μουσικής των εκπροσώπων της.3 Η Νέα Πολυπλοκότητα δεν μπορεί να οριστεί αποκλειστικά μέσω τεχνικών χαρακτηριστικών, αλλά αναδύεται από τη δυναμική σχέση μεταξύ συνθετικής διαδικασίας, ακουστικής εμπειρίας και ιστορικού πλαισίου. Δεν συγκροτείται ως ενιαίο αισθητικό πρόγραμμα, αλλά ως σύμπτωμα της αποδόμησης των καθολικών αφηγημάτων του μοντερνισμού, στο πλαίσιο της οποίας η συνθετική πράξη αποσυνδέεται από συστηματικές και κανονιστικές μεθόδους. Η αποσύνδεση αυτή οδηγεί σε πρακτικές αυξημένης εσωτερικής διαφοροποίησης, όπου η τεχνική πυκνότητα αποκτά εννοιολογικό βάρος και η σημειογραφία παύει να λειτουργεί αποκλειστικά ως αναπαραστατικό μέσο, μετατρεπόμενη σε πρωτογενές πεδίο εγγραφής της συνθετικής σκέψης. Υπό αυτό το πρίσμα, η Νέα Πολυπλοκότητα έχει αποτελέσει ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα φαινόμενα της σύγχρονης μουσικής, ερμηνευμένη αφενός ως ακραία έκφραση μιας υπερφορτισμένης φορμαλιστικής αυστηρότητας και αφετέρου ως ιστορικά αναγκαία συνέχειά της. Αν και συχνά ταυτίζεται με ζητήματα σημειογραφικής πυκνότητας και εκτελεστικής δυσχέρειας, μια τέτοια προσέγγιση παραβλέπει τη βαθύτερη αισθητική και ιδεολογική της διάσταση, ενώ η εκ των υστέρων καθιέρωση του όρου ως περιγραφικής ετικέτας τείνει να συσκοτίζει κρίσιμες διαφοροποιήσεις ως προς τη μορφή, τον χρόνο και την ιστορική συνείδηση των επιμέρους έργων, υποβαθμίζοντας την πολυπλοκότητα από αναλυτική κατηγορία σε επιφανειακό χαρακτηρισμό.4 Δεδομένου ότι οι συνθέτες της Νέας Πολυπλοκότητας επέλεγαν συνήθως να πραγματώνουν τη μουσική τους μέσω ακουστικών οργάνων, οι παρτιτούρες τους ωθούσαν κατ’ ανάγκην τις κανονιστικές δυνατότητες της παραδοσιακής πενταγραμμικής σημειογραφίας στα όριά τους, με έναν μέχρι τότε πρωτοφανή βαθμό λεπτομερούς καθορισμού της άρθρωσης.5 Το πιάνο, ως όργανο ταυτισμένο με την ευρωπαϊκή μουσική παράδοση του δέκατου ένατου και εικοστού αιώνα, καθίσταται προνομιακό πεδίο διερεύνησης αυτών των διαφοροποιήσεων. Η πιανιστική γραφή λειτουργεί ταυτόχρονα ως δοκιμασία των ορίων της σωματικής δεξιοτεχνίας και ως τόπος διαπραγμάτευσης της ιστορικής μνήμης. Η τεχνική του πιανίστα θα αναπτυχθεί με τρόπο οργανικό, ώστε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της γραφής του καθιστώντας το όργανο κομβικό για την κατανόηση των μεταμοντέρνων μετασχηματισμών της λόγιας μουσικής. 1.2 Σημειογραφία και εκτελεστής: τι κάνει τη Νέα Πολυπλοκότητα «πιανιστική». Στο πιάνο, η Νέα Πολυπλοκότητα αποκτά ιδιαίτερη ένταση, επειδή το όργανο «συμπυκνώνει» ρόλους: πολυφωνία, ρυθμική διαστρωμάτωση, συνύπαρξη κρουστικού και μελωδικού υλικού, και ταυτόχρονα απαιτεί από δύο χέρια (και πεντάλ) να προσομοιώσουν συχνά περισσότερες από δύο ανεξάρτητες γραμμές. Η τυπική εικόνα 3 Griffiths, Paul. Modern Music and After. 3rd ed., Oxford University Press, 2010, 298. 4 Whittall, Arnold. “Theory, History, Analysis: Exploring Contemporary Complexity.” Theory and Practice, vol. 37/38, 2012 - 13, 241 - 259. 5 Fox, Christopher. "New Complexity." Grove Music Online. 2001. Oxford University Press. Date of access 18 Dec. 2025, https://www.oxfordmusiconline.com/grovemusic/view/10.1093/gmo/9781561592630.001.0001/omo9781561592630-e-0000051676
3 @ Spiros Deligiannopoulos – Department of Music Studies – Ionian University είναι η συνύπαρξη πολλών ρυθμικών στρωμάτων, απότομων μεταβολών δυναμικής, και εκρηκτικών ηχοχρωματικών αλλαγών που διασπούν την αίσθηση της «ενιαίας χειρονομίας». Η παρτιτούρα ζητά ταυτόχρονα: α) πολυεπίπεδη άρθρωση (διαφορετικά είδη staccato/tenuto/legato σε διαφορετικές φωνές), β) ρυθμική ακρίβεια με εσωτερικές αναλογίες που δεν αντιστοιχούν σε «φυσικό» παλμό, γ) να δημιουργηθεί η «ψευδαίσθηση» ανεξάρτητων φωνών. Ο πιανίστας συχνά εγκαταλείπει την ιδέα της απόλυτης «αναπαραγωγής» κάθε υπο-πληροφορίας. Η ίδια η ρητορική της πολυπλοκότητας δέχεται ότι το ακουστικό αποτέλεσμα προκύπτει ως σύνθεση προτεραιοτήτων, δηλαδή ως ερμηνευτική απόφαση: τι αντιμετωπίζεται (και ερμηνεύεται) ως «προσκήνιο», τι υποχωρεί ως “background” και τι λειτουργεί ως «σώμα» μέσα στη μάζα.6 2. Brian Ferneyhough 2.1 Ιστορική τοποθέτηση και πιανιστικό corpus Ο Brian Ferneyhough (γενν. 1943), κεντρική μορφή της Νέας Πολυπλοκότητας, αναπτύσσει μια συνθετική γραφή που απαιτεί ακραία δεξιοτεχνία και επαναπροσδιορίζει ριζικά τη σχέση οργάνου, εκτελεστή και συνθέτη, αξιοποιώντας το όργανο όχι εναντίον αλλά στα όριά του, ως δημιουργικό πεδίο όπου η φυσιολογία, η χειρονομία και η αντίληψη του χρόνου καθίστανται δομικά στοιχεία του έργου. Η μουσική του λειτουργεί ως χαρτογράφηση συνείδησης, στην οποία κάθε μικροδομικό γεγονός - παύση, αναπνοή, άρθρωση - αποκτά σημασία, ενώ πολύπλοκα πλέγματα πολυφωνίας και παραμετρικής υποδιαίρεσης συνυπάρχουν με οργανική, χειρονομιακή και ηχητική ανάπτυξη, παράγοντας ένταση από την τριβή μεταξύ ανταγωνιστικών συνθετικών λογικών. Επηρεασμένος τόσο από την εκφραστικότητα της πρώιμης μουσικής του Boulez όσο και από τα στατικά ηχητικά μπλοκ του Varèse, ο Ferneyhough επιδιώκει -όπως πολλοί μεταμοντερνιστέςτην ενότητα μέσα από την πολλαπλότητα, επιτυγχάνοντάς την μέσω της ενσωμάτωσης αντιφατικών στρωμάτων υλικού. Η ένταση ανάμεσα στο τεχνικά δυνατό και στο αντιληπτικά εφικτό παράγει ενέργεια: η δυσκολία και η σωματική πίεση δεν είναι θεαματικά στοιχεία αλλά μέσα αποκάλυψης του χάσματος ανάμεσα στην πρόθεση και την πραγματοποίηση, όπως φαίνεται σε έργα όπως La Terre est un homme, Terrain και Les froissements des Ailes de Gabriel. Στα μεγάλης κλίμακας έργα του, φιλοσοφικές και πολιτισμικές αναφορές (Παράκελσος, Ηράκλειτος, Ερμής ο Τρισμέγιστος) δεν λειτουργούν εικονογραφικά, αλλά αναδύονται οργανικά από τη μουσική διαδικασία, συγκροτώντας διαλεκτικές αντιθέσεις - στατικότητα και ροή, ανθρωπισμό και επιστήμη, ατομικότητα και συλλογικότητα.7 H «πολυπλοκότητα» του Ferneyhough δεν είναι τεχνικός αυτοσκοπός αλλά συνειδητή ηθική στάση: η υπερφορτωμένη σημειογραφία εγκαθιδρύει απόσταση ανάμεσα στην παρτιτούρα και το ηχητικό αποτέλεσμα, μετατρέποντας την εκτέλεση σε πεδίο διαρκούς διαπραγμάτευσης και ρίσκου και τη μουσική εμπειρία σε ενεργή αντίσταση στην απλοποίηση και την άμεση κατανάλωση.8 Στο άρθρο Form–Figure–Style: An Intermediate Assessment, ο Brian Ferneyhough ασκεί κριτική στις κυρίαρχες αντιλήψεις περί ύφους στη σύγχρονη μουσική, 6 Toop, Richard. “Brian Ferneyhough’s Lemma–Icon–Epigram.” Perspectives of New Music, vol. 28, no. 2, Summer 1990, 52 - 69. 7 Harvey, Jonathan. “Brian Ferneyhough.” The Musical Times, vol. 120, no. 1634, 1979, 995 - 98. 8 Whittall, Arnold. Musical Composition in the Twentieth Century. Oxford University Press, 1999, 380 - 384.
4 @ Spiros Deligiannopoulos – Department of Music Studies – Ionian University απορρίπτοντας τόσο την άμεση εκφραστικότητα όσο και τον άκαμπτο φορμαλισμό. Εισάγει τη διάκριση μεταξύ χειρονομίας και μορφικού σχήματος (figure), υποστηρίζοντας ότι η απομόνωση της χειρονομίας ως αυτάρκους φορέα σημασίας οδηγεί σε μορφική ασυνέπεια. Το ύφος, σύμφωνα με τον Ferneyhough, δεν προκύπτει από επιφανειακά χαρακτηριστικά ή ιστορικές αναφορές, αλλά από τη δυναμική εξέλιξη εσωτερικά διαφοροποιημένων μορφικών διαδικασιών, οι οποίες εξασφαλίζουν τη συνοχή και τη συνέχεια της μουσικής μορφής.9 Η πιανιστική παραγωγή του εκτείνεται σε χρονικό διάστημα άνω των τριών δεκαετιών και συμπίπτει με κρίσιμες φάσεις της συνθετικής, αισθητικής και θεσμικής του εδραίωσης. Τα πιανιστικά έργα του Ferneyhough αποτελούν συμπυκνωμένες διατυπώσεις των αρχών της συνθετικής του σκέψης και καθίστανται σημεία αναφοράς για την κατανόηση της σχέσης μεταξύ γραφής, εκτέλεσης και μορφής. 2.2 Το ρεπερτόριο Ο Brian Ferneyhough εμφανίζεται ήδη στα τέλη της δεκαετίας του 1970 ως συνθέτης με ώριμο και συνεκτικό έργο. Η συνθετική του συγκρότηση διαμορφώνεται μέσα από την ένταση ανάμεσα σε μια συμβατική εκπαίδευση (Hindemith, Bartók) και τις κατακτήσεις της μεταπολεμικής πρωτοπορίας (Schönberg, Stockhausen, Boulez), τις οποίες αφομοιώνει σε βάθος χωρίς να υιοθετεί τις δογματικές απαγορεύσεις του ολοκληρωτικού σειραϊσμού. Το αποτέλεσμα είναι μια εξαιρετικά πυκνή, πολυεπίπεδη αντιστικτική γραφή, βασισμένη σε πρότυπα φωνητικής αγωγής, όπου οι ασυνέχειες έκτασης και δυναμικής συγκροτούν ένα σύνθετο ακουστικό πεδίο. Η γραφή αυτή εμπλουτίζεται περαιτέρω μέσω ρυθμομελωδικής ανάπτυξης, χωρίς να απεμπολείται η παραμετρική πολυπλοκότητα που αποτελεί θεμέλιο της αισθητικής του. 10 Τα πρώιμα πιανιστικά έργα του συνθέτη εντάσσονται σε ένα μετασειραϊκό πλαίσιο, στο οποίο η παραμετροποίηση παραμένει ενεργή, χωρίς να υποτάσσεται σε καθολικά συστήματα οργάνωσης. Η μουσική του Ferneyhough δεν επιδιώκει την ανασύσταση ενός συστηματικού μοντερνισμού, αλλά τη ριζική του αναδιάρθρωση μέσω της ταυτόχρονης συνύπαρξης ετερογενών οργανωτικών λογικών. Η πολυπλοκότητα δεν προκύπτει ως αποτέλεσμα συσσώρευσης υλικού, αλλά ως προϊόν διαδικαστικής υπερφόρτωσης, κατά την οποία κάθε παράμετρος λειτουργεί αυτόνομα. Καθοριστική τομή στην πιανιστική γραφή του Ferneyhough αποτελεί το Lemma–Icon– Epigram (1981), έργο που συμπίπτει με την περίοδο της αυξημένης διεθνούς προβολής του συνθέτη και την εδραίωση μιας αισθητικής που αποδέχεται ρητά την απόσταση μεταξύ παρτιτούρας και ήχου ως δομικό χαρακτηριστικό της μουσικής εμπειρίας. Το έργο οργανώνεται ως τριμερής μορφή, στην οποία η γραφή δεν λειτουργεί ως σταθερό σύστημα αναπαράστασης, αλλά ως πεδίο δυναμικών μετασχηματισμών, όπου η σημειογραφική πυκνότητα υποκαθιστά τη συμβατική μορφολογική ανάπτυξη. Η πιανιστική γραφή χαρακτηρίζεται από ακραία ρυθμική διαστρωμάτωση, πολυεπίπεδη άρθρωση και συνεχείς μετατοπίσεις ρετζίστρων, ενώ η σημειογραφία δεν αποσκοπεί στην ακριβή αναπαραγωγή ενός προϋπάρχοντος ηχητικού αποτελέσματος, αλλά στη συγκρότηση ενός πλέγματος εκτελεστικών δυνατοτήτων. Η παρτιτούρα απαιτεί από τον εκτελεστή συνεχή ιεράρχηση και επιλογή, καθιστώντας την απόκλιση 9 Ferneyhough, Brian. “Form–Figure–Style: An Intermediate Assessment.” Perspectives of New Music, vol. 31, no. 1, 1993, 32 - 40. 10 Harvey, Jonathan. “Brian Ferneyhough”, ό.π.
5 @ Spiros Deligiannopoulos – Department of Music Studies – Ionian University αναπόσπαστο μορφολογικό στοιχείο. Η σχέση αυτή μεταξύ γραφής και εκτέλεσης αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στο πιάνο, όπου η ταυτόχρονη διαχείριση πολλαπλών ανεξάρτητων στρωμάτων επιβαρύνει δραστικά τη σωματική και γνωσιακή αντοχή του πιανίστα. Η πολυπλοκότητα δεν εκδηλώνεται απλώς ως τεχνική δυσκολία, αλλά ως δομική αδυναμία πλήρους πραγμάτωσης όλων των σημειογραφικών επιπέδων.11 Παράδειγμα 1: Απόσπασμα παρτιτούρας από το Lemma–Icon–Epigram (1981) του Brian Ferneyhough – χαρακτηριστική πολυεπίπεδη ρυθμική και αρθρωτική σημειογραφία. Η μεταγενέστερη σύνθεση του, Opus Contra Naturam (2000), επαναδιατυπώνει τις ίδιες βασικές αρχές σε συνθήκες πλήρους συνθετικής ωριμότητας και θεσμικής αυτονομίας. Εδώ, η πιανιστική γραφή εμφανίζεται σε κατάσταση ακραίας συμπύκνωσης, όπου η διαχείριση της πολυπλοκότητας μετατοπίζεται από τη μακροδομική ανάπτυξη στη διαρκή ένταση της εκτελεστικής πράξης. Η μορφή δεν προκύπτει ως αποτέλεσμα θεματικής επεξεργασίας, αλλά ως ίχνος της αλληλεπίδρασης μεταξύ γραφής και σωματικής αντοχής.12 Η πιανιστική γραφή συγκροτείται ως πεδίο καθαρά διαδικαστικής διερεύνησης. Το πιάνο δεν λειτουργεί ως ιστορικό σύμβολο, αλλά ως ουδέτερο μέσο δοκιμής των ορίων της σημειογραφίας και της εκτελεστικής πραγμάτωσης. Η πολυπλοκότητα αποκτά έτσι χαρακτήρα μεθοδολογικό και όχι αναφορικό. 3.Michael Finnissy 3.1 Ιστορική μνήμη και αισθητική υπερφόρτωση Ο Michael Finnissy διαμορφώνει μια συνθετική στάση που διαφοροποιείται ουσιωδώς από εκείνη του Brian Ferneyhough. Η εγκατάστασή του στη Βρετανία, η διττή ιδιότητα ως σολίστα και ως ακαδημαϊκού καθηγητή σύνθεσης και η εξαιρετικά 11 Toop, Richard. “Brian Ferneyhough’s Lemma–Icon–Epigram.”, ό.π. 12 Cross, Jonathan, and Ian Pace. "Finnissy, Michael." Grove Music Online. May 26, 2010. Oxford University Press. Date of access 21 Dec. 2025, https://www.oxfordmusiconline.com/grovemusic/view/10.1093/gmo/9781561592630.001.0001/omo9781561592630-e-0000009685
6 @ Spiros Deligiannopoulos – Department of Music Studies – Ionian University εκτενής και ποικίλη παραγωγή του, καθιστούν την υποκειμενικότητα και την ιστορική μνήμη κεντρικούς άξονες της συνθετικής του πρακτικής. Η πολυπλοκότητα αρθρώνεται από τη σύγκρουση ιστορικών, αισθητικών και υποκειμενικών φορτίσεων. Στα πολυάριθμα έργα του για πιάνο -τα περισσότερα γραμμένα για να τα ερμηνεύει ο ίδιος, ως encores ή ως μέρη στα ρεσιτάλ του, η πολυπλοκότητα λειτουργεί λιγότερο ως τεχνικό σύστημα και περισσότερο ως έκφραση της πίεσης τόσο των μουσικών γεγονότων όσο και των ιστοριών που τα περιβάλλουν.13 3.2 Ιχνηλατώντας το πιανιστικό corpus Η πιανιστική γραφή του Finnissy ενσωματώνει συνειδητά την παράδοση της δεξιοτεχνίας και αναπτύσσεται κατεξοχήν μέσω της πρακτικής της μεταγραφής και της διασκευής. Στις επεξεργασίες του πάνω σε Verdi και Gershwin, το αρχικό υλικό δεν αναπαράγεται αλλά μετασχηματίζεται ριζικά· χαρακτηριστικά, ο ίδιος ο συνθέτης περιγράφει στον πρόλογο της συλλογής Verdi Transcriptions τη διαδικασία αυτή ως “transcription as composition”.14 Σε αντίθεση με τον Ferneyhough, ο οποίος αντιμετωπίζει το πιάνο πρωτίστως ως πεδίο πολυεπίπεδης παραμετρικής άρθρωσης, ο Finnissy το προσεγγίζει ως ιστορικά φορτισμένο μέσο, στο οποίο εγγράφονται πολλαπλά στρώματα πολιτισμικής και προσωπικής μνήμης. Η τεχνική δυσκολία και η σημειογραφική υπερπυκνότητα δεν λειτουργούν ως αυτοσκοπός, αλλά συγκροτούν μια μορφή εσωτερικής δραματουργίας, όπου η πολυπλοκότητα δρα ως μέσο ιστορικής και πολιτισμικής αντιπαράθεσης, προσδίδοντας στη Νέα Πολυπλοκότητα μια σαφώς ετερογενή και μη συστημική διάσταση. Τα έργα αυτά συνιστούν έναν εκτενή σχολιασμό πάνω στις δυνατότητες και τα όρια του οργάνου, ο οποίος πραγματώνεται μέσω ακραίας ρυθμικής και αρμονικής πυκνότητας, υπερφορτωμένης σημειογραφίας, συνύπαρξης λαϊκών θεμάτων, εμβόλιμων αναφορών σε άλλους συνθέτες (όπως οι Gershwin και Verdi) και ευρύτερων ιστορικών παραπομπών. Η μορφή του κοντσέρτου μετατρέπεται συχνά σε πεδίο σύγκρουσης μεταξύ του «εθνικού» και του «προσωπικού» με τη δομική αυστηρότητα της λόγιας παράδοσης. Το σύνολο της πιανιστικής εργογραφίας εκτείνεται σε πολλές δεκαετίες και περιλαμβάνει συλλογές και κύκλους που δεν συγκροτούν ένα γραμμικά εξελισσόμενο corpus, αλλά ένα πυκνό πλέγμα επανεγγραφών, παραλλαγών και ιστορικών αναφορών. Ανάμεσα στις σημαντικότερες συλλογές συγκαταλέγονται τα English Country-Tunes, ο εκτενής κύκλος The History of Photography in Sound, τα Concertos without Orchestra, καθώς και οι μεταγραφές και επεξεργασίες μουσικής των Verdi και Gershwin. Οι ιστορικές αυτές αναφορές δεν χρησιμοποιούνται ως στυλιστικά δάνεια ή ως ειρωνικά σχόλια. Η μεταγραφή, η διασκευή και η επανεγγραφή ιστορικών ή λαϊκών πηγών αποτελούν τους βασικούς μηχανισμούς του υφολογικού του ιδιώματος, μέσω των οποίων το παρελθόν ενσωματώνεται στο παρόν ως πεδίο έντασης και κριτικής επεξεργασίας, και όχι ως αντικείμενο νοσταλγίας.15 Η απουσία μιας «καθαρής» φάσης στο πιανιστικό έργο του Finnissy υποδηλώνει μια συνειδητή άρνηση της μορφολογικής εξομάλυνσης· αντί για εξέλιξη προς ένα σταθερό ιδίωμα, παρατηρείται μια διαρκής επιστροφή σε ήδη 13 Whittall, Arnold. “Michael Finnissy’s Instrumental Music Drama.” The Musical Times, vol. 155, no. 1928, Autumn 2014, 71 - 91. 14 Finnissy, Michael. Verdi Transcriptions. Edition Peters, 1980. 15 Pace, Ian. “The Panorama of Michael Finnissy (I).” Tempo, no. 196, Apr. 1996, 25 - 35.
7 @ Spiros Deligiannopoulos – Department of Music Studies – Ionian University επεξεργασμένο υλικό, το οποίο επανεμφανίζεται σε νέα συμφραζόμενα, συχνά με αυξημένη τεχνική και εκφραστική ένταση. 16 3.3 Οι Συλλογές: Verdi Transcriptions, Gershwin Arrangements, Εnglish Country Tunes, Folklore Η συλλογή Verdi Transcriptions (1972 – 1973) αναδεικνύει μια συνθετική πρακτική στην οποία το υλικό του Verdi δεν λειτουργεί ως αναγνωρίσιμο θεματικό υπόστρωμα, αλλά ως δομικός καταλύτης για τη γένεση νέας μουσικής, με τις χειρονομίες, τις αρμονικές εντάσεις και τις ρυθμικές υπερφορτώσεις να αποσκοπούν στην ανάδειξη εσωτερικών αντιφάσεων και «ανεκπλήρωτων δυνατοτήτων» του αρχικού υλικού. Η προσέγγιση αυτή συμπυκνώνεται στη θέση του Finnissy περί “transcription as composition”, η οποία αίρει τη διάκριση ανάμεσα στην πρωτογενή σύνθεση και στη δευτερογενή επεξεργασία. Η πιανιστική γραφή δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη σωματικότητα της εκτέλεσης: η ακραία τεχνική δυσκολία, η σημειογραφική υπερπυκνότητα και η ταυτόχρονη συνύπαρξη πολλαπλών ηχητικών κόσμων, δεν υπηρετούν την επίδειξη δεξιοτεχνίας, αλλά συγκροτούν συνθήκες ερμηνευτικής αστάθειας, στις οποίες ο πιανίστας καλείται να ιεραρχήσει και να διαχειριστεί αντιφατικές απαιτήσεις χωρίς τη δυνατότητα πλήρους ελέγχου, καθιστώντας την απόκλιση και την ατελή πραγμάτωση μορφολογικά παραγωγικές. Παράλληλα, η πιανιστική γραφή εντάσσεται σε ευρύτερο ιστορικό και πολιτισμικό ορίζοντα, όπου η συνύπαρξη λαϊκών, εθνικών και λόγιων αναφορών -όπως διακρίνεται και στα English Country-Tunesλειτουργεί ως κριτική απέναντι στην ιδέα μιας ενιαίας και κανονιστικής μουσικής ιστορίας, μετατρέποντας το πιάνο σε πεδίο διαρκούς έντασης ανάμεσα στο «εθνικό», το «προσωπικό» και το «ιστορικό», χωρίς την κατάληξη σε σταθεροποιημένο συνθετικό ιδίωμα.17 Οι επεξεργασίες Gershwin Arrangements (1973 – 1975) συνιστούν μία από τις πιο προκλητικές πτυχές του πιανιστικού έργου του Finnissy. Το υλικό του Αμερικανού συνθέτη ενσωματώνεται σε ένα πλαίσιο ακραίας πιανιστικής δυσκολίας, αποκαλύπτοντας την ένταση ανάμεσα στη συλλογική πολιτισμική μνήμη και τη συνθετική αποδόμηση. Σε τεχνικό επίπεδο, τα Gershwin Arrangements απαιτούν από τον πιανίστα χειρισμό μεγάλων εκτάσεων, ακραίων δυναμικών αντιθέσεων και πυκνών συγχορδιακών υφών που συχνά υπερβαίνουν τις φυσικές εργονομικές δυνατότητες του οργάνου. Η δεξιοτεχνία εδώ δεν υπηρετεί την επίδειξη, αλλά τη σύγκρουση ανάμεσα στην αναγνωρίσιμη μελωδική μνήμη και στην υλική αντίσταση της πιανιστικής γραφής. Η ιστορική απόσταση μεταξύ «υψηλής» και «λαϊκής» μουσικής δεν γεφυρώνεται, αλλά καθίσταται ακουστικά επώδυνη. Η αισθητική σημασία των έργων αυτών έγκειται στη ρητή άρνηση συμφιλίωσης μεταξύ «υψηλής» και «λαϊκής» μουσικής. Η ιστορική απόσταση δεν γεφυρώνεται, αλλά καθίσταται ακουστικά αισθητή, συχνά επώδυνη. 18 16 Pace, Ian. “The Piano Music.” Uncommon Ground: The Music of Michael Finnissy, edited by Christopher Fox, Ashgate, 2003, 43 -134. 17 Pace, Ian. “The Piano Music.” Uncommon Ground: The Music of Michael Finnissy, ό.π., 86 - 95. 18 Pace, Ian. Συνοδευτικό κείμενο του δίσκου Gershwin Arrangements – More Gershwin, Michael Finnissy, Métier, 2000.
8 @ Spiros Deligiannopoulos – Department of Music Studies – Ionian University Παράδειγμα 2: Απόσπασμα από την παρτιτούρα του English Country-Tunes, με χαρακτηριστική πολυεπίπεδη ρυθμική και αρθρωτική γραφή. Τα English Country-Tunes (1977) αποτελούν ένα από τα πρώιμα αλλά απολύτως καθοριστικά πιανιστικά έργα του Finnissy. Το υλικό τους αντλείται από την αγγλική παραδοσιακή μουσική, ωστόσο η σχέση με την παράδοση δεν είναι αναπαραστατική ούτε νοσταλγική. Οι μελωδικές αναφορές υφίστανται εκτεταμένη παραμόρφωση μέσω ρυθμικής υπερφόρτωσης, αρμονικής συμπύκνωσης και ακραίας πιανιστικής γραφής, με αποτέλεσμα η αναγνωρισιμότητα να παραμένει ως ίχνος και όχι ως σταθερό σημείο αναφοράς. Σε τεχνικό επίπεδο, το έργο απαιτεί από τον πιανίστα συνεχή εναλλαγή ανάμεσα σε διαφορετικά καθεστώτα. Η δυσκολία δεν έγκειται μόνο στην εκτέλεση μεμονωμένων αποσπασμάτων, αλλά στη διατήρηση μακροπρόθεσμης συνοχής μέσα σε ένα περιβάλλον διαρκούς εκφραστικής αστάθειας. Οι πρώτες εκτελέσεις του έργου υπογράμμισαν τον αντισυμβατικό του χαρακτήρα, καθώς το κοινό βρέθηκε αντιμέτωπο με μια μουσική που ταυτόχρονα επικαλείται και καταστρέφει την έννοια της παράδοσης. Η υποδοχή του έργου υπήρξε διχαστική, γεγονός που αντανακλά τη γενικότερη αμφισημία της μεταμοντέρνας στάσης απέναντι στο παρελθόν. 19 Ένα μεγάλο μέρος του έργου του Michael Finnissy στρέφεται σε μουσικές, κείμενα και πολιτισμικά συμφραζόμενα εκτός του κυρίαρχου δυτικοευρωπαϊκού κανόνα. Από νωρίς ήρθε σε επαφή με ανατολικοευρωπαϊκές παραδόσεις και, μέσω της μελέτης ανθρωπολογικής βιβλιογραφίας, διαμόρφωσε την αντίληψη ότι η παραδοσιακή μουσική βρίσκεται στη βάση κάθε μουσικής έκφρασης και συνδέεται άμεσα με τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος αλληλοεπιδρά με το περιβάλλον του. Η ενασχόλησή του εκτείνεται σε ένα ιδιαίτερα ευρύ φάσμα πολιτισμών – από τη Ρουμανία, τα Βαλκάνια και τον Καύκασο έως την Ασία, την Αυστραλία και την Αμερική – όχι με σκοπό την εξωτική αναπαράσταση, αλλά την κατανόηση της ανθρώπινης εμπειρίας μέσω της μουσικής. Η χρήση της παραδοσιακής μουσικής στο έργο του αποφεύγει συνειδητά τον ρομαντικό εξιδανικευμένο εξωτισμό, την επιφανειακή εκλεκτικιστική μίξη και την «εξευγενισμένη» απογύμνωση των μη δυτικών μουσικών στοιχείων. Αντίθετα, τα παραδοσιακά υλικά διασπώνται, αναδιατάσσονται και μετασχηματίζονται 19 Pace, Ian. “The Piano Music.” Uncommon Ground: The Music of Michael Finnissy, ό.π., 66 -71. Tim Rutherford-Johnson, Music After the Fall: Modern Composition and Culture since 1989 (Oakland: University of California Press, 2017), 156 -161.
9 @ Spiros Deligiannopoulos – Department of Music Studies – Ionian University μέσα από σύνθετες συνθετικές διαδικασίες, όπως η επαναχρησιμοποίηση ρυθμικών και μελωδικών κυττάρων, η έμφαση σε ιδιαίτερους τρόπους διακόσμησης και η αξιοποίηση υφολογικών και οργανικών χαρακτηριστικών των πηγών. Η προσέγγιση αυτή δεν είναι νοσταλγική· τα παραδοσιακά στοιχεία λειτουργούν ως φορείς μνήμης, έντασης και κριτικής, ενταγμένοι σε μια σύγχρονη μουσική γλώσσα που αντλεί εξίσου από τον σειραϊσμό και τις αισθητικές του Cage. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν τα έργα που σχετίζονται με καταπιεσμένους λαούς και περιθωριοποιημένες ταυτότητες, όπου η παραδοσιακή μουσική μετατρέπεται σε μέσο σχολιασμού της βίας, της αποξένωσης και της πολιτισμικής καταπίεσης. Οι έντονες αντιθέσεις, η αποσπασματικότητα και η αίσθηση σύγκρουσης υποδηλώνουν ότι η παράδοση δεν αντιμετωπίζεται ως στατικό ή «αγνό» μόρφωμα, αλλά ως πεδίο ιστορικών, κοινωνικών και πολιτικών εντάσεων.20 Το Folklore (1994) μπορεί να ιδωθεί ως ένα πολυεπίπεδο έργο στο οποίο η χρήση παραδοσιακού μουσικού υλικού δεν αποσκοπεί στην αυθεντική αναπαράσταση παραδόσεων, αλλά στη διερεύνηση της ατομικής ταυτότητας και της μνήμης. Με την αξιοποίηση μελωδιών και υφολογικών στοιχείων από διαφορετικούς πολιτισμούς, οργανωμένων σε τέσσερα διακριτά αλλά αλληλένδετα μέρη, το έργο συγκροτείται μέσω τεχνικών παράθεσης, έντονων αντιθέσεων και κολάζ, δημιουργώντας ένα ηχητικό περιβάλλον έντονης ετερογένειας. Το πιάνο λειτουργεί ως ενιαίο φίλτρο μέσα από το οποίο περνά όλο το υλικό, υπογραμμίζοντας τον χαρακτήρα της υποκειμενικής αναπαράστασης και φορτίζοντας τη μουσική με κοινωνικές και ιστορικές συνδηλώσεις που συνδέονται με τη λόγια μουσική παράδοση. Παράλληλα, οι αναφορές σε περιθωριοποιημένες μορφές και σε σύμβολα καταπίεσης, όπως το Deep River, προσδίδουν στο έργο σαφή πολιτική διάσταση.21 Έτσι, το Folklore προβάλλει ως ένα προσωπικό αυτοπορτρέτο, μια «αρχαιολογία του εαυτού», όπου το συλλογικό στοιχείο της παραδοσιακής μουσικής αντιπαρατίθεται με τη μοναδικότητα της ατομικής εμπειρίας, καλώντας τον ακροατή να συμμετάσχει ενεργά στην ερμηνεία και να αναστοχαστεί τα δικά του πολιτισμικά και κοινωνικά ίχνη.22 3.4 Ο πιανίστας ως φωτογράφος: Τhe History of Photography in Sound. Το μνημειώδες έργο The History of Photography in Sound (1995 – 2001) του Michael Finnissy προσεγγίζεται ως ένα εκτεταμένο πιανιστικό εγχείρημα στο οποίο η μουσική λειτουργεί κατ’ αναλογία προς τη φωτογραφία, όχι ως αφήγηση αλλά ως ακολουθία μουσικών «εικόνων». Η έννοια της φωτογραφικής αναπαράστασης μεταφέρεται στη μουσική μέσω της οργάνωσης του χρόνου, της υπερφόρτωσης της λεπτομέρειας και της διαρκούς εναλλαγής εστίασης, αντίστοιχης με τη μετάβαση από γενικό σε κοντινό πλάνο. Η πιανιστική γραφή χαρακτηρίζεται από ακραία πυκνότητα και πολλαπλές ταχύτητες αντίληψης, δημιουργώντας μια εμπειρία στην οποία ο ακροατής εκτίθεται σε περισσότερη πληροφορία απ’ όση μπορεί να συγκρατήσει. Ιστορικές, πολιτισμικές και μουσικές αναφορές δεν λειτουργούν παραθετικά, αλλά ως στρώματα που αλληλεπικαλύπτονται, υποδηλώνοντας ότι η ιστορία δεν 20 Pace, Ian. “The Panorama of Michael Finnissy (II).” Tempo, new ser., no. 201, July 1997, 7 - 16. 21 Το Deep River είναι ένα παραδοσιακό αφροαμερικανικό πνευματικό τραγούδι του 19ου αιώνα, που εκφράζει τον πόθο για ελευθερία, ανάπαυση και πνευματική λύτρωση. Ο «βαθύς ποταμός» λειτουργεί συμβολικά ως πέρασμα από τον πόνο και τη σκλαβιά προς μια καλύτερη, ελπιδοφόρα πατρίδα, συνδυάζοντας θρησκευτική πίστη και ανθρώπινη προσμονή. 22Beirens, Maarten. “Archaeology of the Self: Michael Finnissy’s Folklore.” Tempo, vol. 57, no. 223, Jan. 2003, σ. 46–56.